Εαυτέ μου, άκουσέ με…

Προς τον εαυτό μου:

Τη στιγμή που θα σε βρω, θα σε έχω βρει ήδη…χωρίς να το συνειδητοποιήσω, το εγώ μου θα κυριαρχεί, τα θέλω θα υποτάσσουν τα πρέπει μου και οι ανάγκες μου θα είναι πλέον προτεραιότητες…

Advertisements

Ο Θάνατος ήταν Γυναίκα

Ο θάνατος, ένα φυσικό επακόλουθο της ζωής, πλανιέται στις σκέψεις και παραμονεύει διαρκώς, αγκαλιάζει αργά ή ακαριαία και δίχως πάντα να αφήνει το χρονικό περιθώριο, αρπάζει την ανθρώπινη ψυχή και τη βυθίζει στη σιωπή. Πώς θα ήταν διαμορφωμένος άραγε ο κόσμος, εάν ζούσαμε αιώνια; Εάν ένα δυστύχημα, μια δολοφονία, μια αυτοκτονία ακόμη και το φυσιολογικό γήρας δεν ήταν αρκετό για να σκοτώσει το ανθρώπινο σώμα;

Ο Πορτογάλος Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου (1922- ) στο βιβλίο του με τίτλο «Περί Θανάτου», πλάθει μια ευφάνταστη ιστορία περί μιας χώρας όπου ο θάνατος παύει να υφίσταται. Η φαντασία του οργιάζει και αποκαλύπτει…

« … το μεγαλύτερο όνειρο της ανθρωπότητας από τις απαρχές του χρόνου, δηλαδή η ευτυχής απόλαυση της αιώνιας ζωής εδώ στη γη, έχει μετατραπεί σε ένα αγαθό για όλους, όπως ο ήλιος που ανατέλλει κάθε πρωί και ο αέρας που αναπνέουμε.»

Σε μια χώρα 10.000.000 κατοίκων όπου ο θάνατος εξαφανίζεται, τα νοσοκομεία γεμίζουν με πλήθος ασθενών, οι ασφαλιστικές εταιρείες χάνουν τους πελάτες τους κι  οι εργολάβοι κηδειών σπεύδουν να βρουν άμεσα να κηδεύουν κάτι άλλο. Η εκκλησία χάνει τη δημόσια ταυτότητα και αξία της, η κυβέρνηση προσπαθεί να βρει λύσεις για όλα, οι δημοσιογράφοι κυνηγάνε την πιο «πικάντικη» είδηση, οι φιλόσοφοι μαλώνουν μεταξύ τους. Η μαφφία -με δύο φ για να ξεχωρίζει από την κανονική- αναλαμβάνει να βάλει σε τάξη την κατάσταση κι οι άνθρωποι, αναρωτιούνται αν τελικά αυτή η εξέλιξη της ζωής που πάντα επιθυμούσαν, τους λύτρωσε ή τους καταδίκασε επ αόριστον;

Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο βιβλίο αλλά για μια αριστουργηματική σύνθεση πραγματικών και φανταστικών στοιχείων με κυνικά χιουμοριστικό τρόπο. «Χωρίς θάνατο δεν υπάρχει ανάσταση, και χωρίς ανάσταση δεν υπάρχει θρησκεία». Μα τι θα πει η εκκλησία στους πιστούς; Πώς θα αιτιολογήσει αυτήν την πράξη του Θεού;  Υπάρχει τελικά Θεός; Σύγχυση και πανικός επικρατεί σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και ένα τρομακτικό μέλλον διαγράφεται. Τι και αν η ανθρώπινη ψυχή επιθυμεί να πάει κόντρα στα καινούργια δεδομένα και να αποχωριστεί το σώμα; Η κοινωνία καταφεύγει στην παρανομία και προσλαμβάνει τη μαφφία για να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτή θα εκτελέσει τη λυτρωτική μεταφορά του μελλοθάνατου προς την άλλη χώρα, εκεί που ο θάνατος ακόμα υπάρχει και χτυπάει την πόρτα.

Όταν η ανυπαρξία, λοιπόν, του θανάτου αρχίζει να γίνεται δεδομένη, ξαφνικά μια επιστολή προειδοποιεί πως ο διαχρονικός φόβος της ανθρωπότητας επιστρέφει με ανανεωμένες προθέσεις υπογεγραμμένη από την ίδια τη θάνατος. Μάλιστα, η θάνατος, γένους θηλυκού, γύρω στα 36, μοναδικής ομορφιάς και με μικρό θ, καθώς και η ίδια δεν είναι τίποτα άλλο από μια υπάλληλος του μέγιστου Θανάτου. Παρουσιάζεται ως ένα ον με αρκετά ανθρώπινα χαρακτηριστικά μιας δυναμικής γυναίκας. Σεμνή, ευαίσθητη, ισχυρογνώμων, ωστόσο, στις απόψεις της και αρκετά σχολαστική με τις υποχρεώσεις της. Το αγαπημένο της χρώμα το μωβ. Μωβ και οι επιστολές που στέλνει στους μελλοθάνατους για να τους προειδοποιήσει για το τέλος τους ώστε να καλύψουν τις εκκρεμότητές τους. Επιρρεπής ακόμα και η θάνατος, όμως σε σφάλματα, μπερδεύει τις καρτέλες της και ένας βιολοντσελίστας δεν πεθαίνει την ώρα που του είχε ορίσει. Ανήκουστο περιστατικό, χωρίς προηγούμενο, η θάνατος προσπαθεί να διαχειριστεί το λάθος της και να το διορθώσει. Στην προσπάθειά της, θα ανακαλύψει αδυναμίες και ένστικτα που δεν γνώριζε ότι είχε. Θα την αφήσουν άραγε να την καταβάλλουν;

Ο Σαραμάγκου παίζει έξυπνα με τα παιχνίδια του ανθρώπινου μυαλού και με τους πιο ύψιστους φόβους. Στην αρχή αφαιρεί τον θάνατο και στη συνέχεια τον ξαναεμφανίζει, με προειδοποίηση. Τι είναι καλύτερο τελικά, αναρωτιέται ο αναγνώστης; Να ζω για πάντα, να πεθαίνω, ή εάν αυτό είναι αναπόφευκτο, τουλάχιστον να το γνωρίζω από πριν;  Επιπλέον, έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο γραφής. Ο αναγνώστης νιώθει την ανάσα του λογοτέχνη δίπλα του, να αφηγείται την κάθε λεπτομέρεια των γεγονότων με άκρως περιγραφικό τρόπο. Χείμαρρος στη γλώσσα και στη σκέψη του, δε χρησιμοποιεί παραγράφους αλλά μεγάλες προτάσεις που συχνά το μάτι κουράζεται να ακολουθήσει, και διαφοροποιημένα σημεία στίξης στους διαλόγους, κόμμα αντί για τελείες και παύλες. Επαναλαμβάνει λέξεις και δεδομένα, σαν να μην είναι σίγουρος για την προηγούμενη εξήγησή τους, και αλλάζει τακτικά το πρόσωπο αφήγησης από τρίτο σε πρώτο πληθυντικό και το αντίστροφο.

Η μεταφράστρια Αθηνά Ψυλλιά καταφέρνει να αποδώσει επιτυχώς την πυκνή γραφή και το μοτίβο του Νομπελίστα. Το βιβλίο απαιτεί συγκέντρωση και προσήλωση σε κάθε πρόταση και σύνδεσμο, ειδάλλως το κείμενο καταλήγει να μοιάζει με ένα τεράστιο μαύρο όγκο λέξεων που εύκολα κανείς χάνει το νόημα.

Ο Σαραμάγκου επέλεξε να ασχοληθεί με το σημαντικότερο κεφάλαιο του ανθρώπου και να παρουσιάσει μια έξυπνη, ειρωνική και ταυτόχρονα κυνική αλήθεια μιας εκδοχής του κόσμου που όλοι έχουν φανταστεί. Ένας ύμνος στη ζωή, ή ένας ύμνος στο θάνατο; Μετά την ανάγνωση τις τελευταίας πρότασης του βιβλίου, συνειδητοποιεί κανείς πως ζωή και θάνατος συνυπάρχουν αρμονικά, και αποτελούν έννοιες που το νόημα δεν κρύβεται σε λέξεις αλλά σε αισθήσεις, αγγίγματα και συναισθήματα που βιώνονται ή απλά αιωρούνται μέσα στα όνειρα!

 

Ένα ταξίδι

{Μέσα Ιουνίου 2014}

Ένα ζεστό δειλινό, καθισμένη στην πολύχρωμη αιώρα του μπαλκονιού μου και μασώντας το καλαμάκι απ’ το ποτήρι του μισοτελειωμένου χυμού πορτοκάλι που μόλις είχα στύψει, ατένιζα τον ήλιο που έδυε. Το σχολείο είχε τελειώσει και οι υποχρεώσεις και τα μαθήματα είχαν ξεθωριάσει στο μυαλό μου. Πλέον, το μόνο μου μέλημα ήταν να βγάλω εισιτήρια για Ιθάκη και να φύγω. Να πάω στον τόπο μου. Τον τόπο που είχα μεγαλώσει και που ο χρόνος εκεί ήταν μια έννοια άγνωστη. Αναπολούσα τις ζεστές μέρες που ξυπνούσα ιδρωμένη και μισάνοιγα τα μάτια μου δειλά, αιωρούμενη στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και του ονείρου. Τότε, που άνοιγα το παράθυρο, συνομιλούσα με τα πουλάκια και ύστερα βυθιζόμουνα στο μπλε του ουρανού και στην απεραντοσύνη της θάλασσας μέχρι να με νανουρίσει πάλι ο ήχος των κυμάτων. Και οι νύχτες όμως στην πλατεία, οι φωνές των παιδιών, τα φώτα των μαγαζιών και το παγωτό που έσταζε στα χέρια, μου είχαν λείψει. Νύχτες αθώες και ώρες ατέλειωτης χαζοκουβέντας.

Ο ήλιος δεν φώτιζε πια το μικρό αστικό μπαλκόνι που βρισκόμουν. Ο ύπνος ήταν έτοιμος να με πάρει, όταν άκουσα  τη μητέρα μου.

  • Ξέχασα να σου πω, η κόρη της θείας της Μάνιας παντρεύεται και είμαστε καλεσμένοι. Την άλλη εβδομάδα πάμε Χίο.

Σάστισα για λίγο. Με εξαιρετική αργή κίνηση άφησα το άδειο ποτήρι στο τραπεζάκι μήπως και προλάβω να συνειδητοποιήσω τι άκουσα. Κοίταξα την μητέρα μου.

  • Έχω κανονίσει με την Μυρτώ την άλλη βδομάδα να πάμε στην Ιθάκη. Έχει γενέθλια και θα οργανώσει πάρτι στην αυλή της.
  • Δεν μπορούμε να μην πάμε, είναι ντροπή. Ένα καλοκαίρι στο νησί θα είμαστε. Δύο εβδομάδες καθυστέρηση δεν κάνουν τη διαφορά. Η Μυρτώ θα καταλάβει.

Και όμως εγώ δεν ήθελα να καταλάβω. Θα έχανα δύο βδομάδες από το νησί για να πάω σε έναν γάμο αγνώστων. Δύο βδομάδες ακόμα απ ΄ το νησί μου.  Δύο εβδομάδες που δεν θα έβλεπα τα παιδιά και δεν θα γευόμουν το τραγανό χταποδάκι που μας μαγείρευε ο Κυρ Τάκης στην ταβέρνα του χωριού. Εξάλλου και η Μυρτώ είχε γενέθλια. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να το χάσω. Έπρεπε να το αποφύγω.

{Μια εβδομάδα μετά}

Στη Χίο δεν είχα ξαναπάει, όπως και σε πολλά άλλα νησιά. Το  καλοκαίρι μου πάντα ήταν συνδεδεμένο με την Ιθάκη. Ήταν σαν να μου αρκούσε το νησί μου. Σαν να μην ήθελα να δω καμία άλλη παραλία, να μην περπατήσω κανένα άλλο σοκάκι και να μην γευτώ καμία λιχουδιά πέρα από την συνηθισμένη. Αν έφευγα, με έναν τρόπο θα το πρόδιδα ,μαζί με όλα αυτά που έχω ζήσει εκεί.

Φτάσαμε στο Πυργί. Εκεί θα μέναμε. Εκεί κοντά θα γινόταν και ο γάμος. Με μισή καρδιά, ακολουθούσα τους γονείς μου μιλώντας ταυτόχρονα με την Μυρτώ. Στη συνέχεια, είχα σκεφτεί το σχέδιο. Θα έκλεινα τα αυτιά μου με ακουστικά, θα πήγαινα μια βόλτα μόνη, θα ντυνόμουν για το γάμο και θα χαμογελούσα.

Αδυνατώ να θυμηθώ πόσες φορές χαιρέτησα φυσιογνωμίες ξένες αλλά και τις φίλησα.          –Καλέ εγώ σε θυμάμαι από τόσο, πώς μεγάλωσες έτσι. Ώρες ατελείωτες, έμεινα σιωπηλή ακούγοντας συζητήσεις για παλιές περιπέτειες γονιών, συγγενών και φίλων. Παιδιά στην ηλικία μου δεν είχε. Όλα μικρότερα, ή μεγαλύτερα. Καρφωμένη στο κινητό, και παρατηρώντας καμιά φορά τον κόσμο που χαμογελούσε, που έδινε ευχές και χόρευε, ένιωθα πως δεν ανήκω εκεί. Ήθελα να φύγω.

Την άλλη μέρα διέταξα τον εαυτό μου να πετάξει από πάνω του τη μιζέρια και να προσπαθήσει τουλάχιστον να χαρεί αυτές τις μέρες. Αποφάσισα να πάω μια βόλτα. Περπάτησα για ώρες στο Πυργί. Δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Περιπλανήθηκα στα σοκάκια και θαύμαζα τις ζωγραφισμένες λεπτομέρειες στους τοίχους των σπιτιών. Γεωμετρικά σχήματα, όλα άρτια μεταξύ τους, σχημάτιζαν ένα ψηφιδωτό που έδενε με το πράσινο της φύσης και μετέτρεπε τους ανθρώπους σε κινούμενες σκιές μέσα σε ένα κάδρο. Φόρεσα λίγο την αόρατη μου μάσκα και φαντάστηκα πως ζούσα στην εποχή του Μεσαίωνα. Κάθισα σε ένα καφέ.

  • Καλησπέρα, τι θα πάρετε;
  • Ένα χυμό… πορτοκάλι. Χρήστο, τι κάνεις εσύ εδώ; Δεν το πιστεύω!

Αγκαλιαστήκαμε για αρκετή ώρα, μέχρι που σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον.

  • Είμαι εδώ για δουλειά. Εσύ τι κάνεις στη Χίο;
  • Ήρθα για έναν γάμο.
  • Πάμε μια βόλτα μετά;
  • Πάμε!

{Μία εβδομάδα μετά}

Περπατάω ακόμα στο Πυργί μαζί με τον Χρήστο. Οι γονείς μου έφυγαν για την πόλη. Και όμως εγώ, αποφάσισα να μείνω λίγο ακόμα. Μου λείπει η Ιθάκη, αλλά έμαθα να μην την συγκρίνω. Γυρνάω και κοιτάω τον Χρήστο έχοντας μέσα μου μια επιθυμία.

  • Πάμε για χταποδάκι σήμερα;
  • Πάμε!

 

Μαύρο κουτί

Πάντα προτιμούσε τα σκαλιά. Ωστόσο, αυτή τη φορά επειδή φορούσε ένα μακρύ φόρεμα και είχε βαφτεί έντονα, δεν ήθελε να ιδρώσει και έτσι πήρε το ανσασέρ. Πάτησε το κουμπί του ισογείου και κοιτάχτηκε στον τετράγωνο καθρέφτη. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν.  Για δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη ώστε να συνειδητοποιήσει τι συνέβη. Άρχισε να χτυπάει την πόρτα και να φωνάζει με σκοπό κάποιος να την βοηθήσει να βγει από το μαύρο κουτί που είχε εγκλωβιστεί. Το κινητό της δεν είχε σήμα αλλά ούτε και το επείγον-κουδούνι δούλευε. Η ώρα ήταν δώδεκα το βράδυ. Χτυπούσε ανυπόμονα το πόδι της και παρακαλούσε από μέσα της κάποιος να της ανοίξει. Κι όμως τίποτα. Φοβήθηκε αλλά ήταν ανήμπορη. Ένιωσε σαν να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά.  Ακούμπησε το στήθος της στον καθρέφτη και πήρε ανάσα, ώστε να αισθανθεί κάποιον δίπλα της.

Μετά από περίπου ένα τέταρτο που της φάνηκε αιώνας, κάποιος προσπάθησε να καλέσει το ανσασέρ.

Η επόμενη μέρα

Μπαίνω μέσα στο σαλόνι. Το παπούτσι μου με δυσκολία ξεκολλάει από το βρώμικο πάτωμα , πάνω στο οποίο είναι διάχυτο ένα ξεραμένο μείγμα από αλκοόλ, τούρτα και εμετό. Στα δεξιά, βλέπω σώματα αραδιασμένα στους δύο καναπέδες και δίπλα τους  ένα χαμηλό στρογγυλό τραπέζι γεμάτο βρωμοτσίγαρα , καπότες και μισοάδεια ποτήρια . Στα αριστερά, το μεγάλο κάδρο πάνω από την τηλεόραση γέρνει και οι τοίχοι μοιάζουν σαν να περπατήθηκαν από δάχτυλα χεριών. Προχωράω λίγο ακόμα και μπλέκομαι στα μπαλόνια που κρέμονται από το φωτιστικό, μέχρι που φτάνω στην  κουζίνα.

Ταξιδεύω

tumblr_llrg5rYURh1qcpno5o1_500Όταν ταξιδεύω ανακαλύπτω τον εαυτό μου. Τρυπώνω στη πιο φανερή και απομακρυσμένη πτυχή του εαυτού μου και την επεξεργάζομαι. Και αυτό αποτελεί μία ατέρμονη διαδικασία. Σε κανένα ταξίδι δεν τελειώνει. Ψάχνω τα όρια μου αλλά στο τέλος συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχουν.

Το γεγονός ότι βρίσκομαι σε ένα διαφορετικό μέρος, μακριά από τη συνηθισμένη γειτονιά και πόλη μου ενώ ταυτόχρονα τριγυρνάνε γύρω μου πρόσωπα που δεν έχω ξανά αντικρύσει, με άλλη φυσιογνωμία, άλλη εμφάνιση, άλλο χαρακτήρα μου επιτρέπει να είμαι λίγο παραπάνω ελεύθερη. Μέσα στη ψυχή μου αναβοσβήνει ένα κόκκινο λαμπάκι που κραυγάζει τη λέξη ‘εξερεύνησε’. Και δεν αντιστέκομαι, ακολουθώ αυτή τη φωνή. Εξερευνώ τον τόπο, θαυμάζω και σέβομαι τη φύση, αφουγκράζομαι τους ήχους της. Παρατηρώ τους ανθρώπους που με προσπερνάνε αμέριμνοι, και διψάω για να ακούσω τις ιστορίες τους και με αυτόν τον απλό τρόπο τρέφομαι από τις εμπειρίες τους. Και αν χαθώ σε σκοτεινούς δρόμους ή πολύχρωμα σοκάκια, δεν με πειράζει, μου γεννιέται ένα δέος που με τροφοδοτεί να συνεχίσω. Αρχίζω να συμφιλιώνομαι με την έννοια του ‘αναπάντεχου’. Το αναπάντεχο, αυτό που δεν έχεις προγραμματίσει. Η αρχή της περιπέτειας. Το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί. Και η φωτογραφική μου μηχανή πάντα στον ώμο, έτσι, μήπως και καταφέρω και αιχμαλωτίσω μια ελάχιστη πραγματικότητα.

Περίπου αυτά είναι ταξίδι για μένα. Εκτός, βέβαια, από τα ταξίδια που κάνω κάθε μέρα με το νου και τη φαντασία, πηδώντας πάνω απ’ τις σελίδες των βιβλίων ή βλέποντας ταινίες και φωτογραφίες ή ακόμα καλύτερα ανταλλάζοντας κουβέντες τρέλας , γλύκας και αλμύρας μαζί με έναν φίλο-ταξιδευτή. Αυτά είναι έμπνευση και ταξίδι!